...εν τισι χωρίοις, ως επί της αριστεράς όχθης του ποταμού Άρδας κείμενα, Γιαλιά, Μπεζκτέζιδες, Μπάρη, Ουρούμκιοϊ (Ρωμιοχώρι) κλπ. και τα εν τη επαρχία Χάφσας χωρία Πέτρα και Σκόπελος, λαλείται η ελληνική γλώσσα κατ’ ιδιάζοντα τινά τύπον, διαφυλάττουσα πολλάς αρχαίας λέξεις και φράσεις και τινά προσωδίαν, πολύ δε καθαρωτέρα της γλώσσης ήν λαλούσιν οι κάτοικοι των εντεύθεν της Άρδας ελληνικών χωρίων, διεφθαρμένας εκ της αναμίξεως πλείστων τουρκικών λέξεων».
Κυριακή 19 Απριλίου 2015
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015
ΤΟ ΚΑΒΑΚΛΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ-ΒΟΡΕΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ
Το Καβακλή {σημερινό Τοπόλοβγκραντ}, βρίσκεται περί τα 40 χλμ. βορείως της Αδριανουπόλεως,στις βορειοανατολικές πλαγιές του ορεινού όγκου "Σακάρ πλάνινα" σ΄ένα εκτεταμένο οροπέδιο, περιβαλλόμενο απο πηγές ρευμάτων και δασωμένους λόφους και στα βάθη του βορεινού ορίζοντα απο κατάφυτα βουνά των νοτίων διακλαδώσεων του Αίμου.
Τα περισσότερα σπίτια του ήταν λιθόκτιστα με 2 ορόφους. Υπήρχαν όμως και μερικά πλινθόκτιστα, αλλά μόνο στο 2ο όροφο. Ο 1ος όροφος ήταν πάντα λιθόκτιστος.
Οι στέγες του ήταν δίρριχτες, ή τετράρριχτες με εγχώρια ή Ευρωπαϊκά κεραμίδια και τα παράθυρα με διπλά παραθυρόφυλλα, γιατί στα μέρη εκείνα ο χειμώνας ήταν πολύ άγριος. Οι αυλές των σπιτιών ήταν μεγάλες, συνήθως με δυό πόρτες, την εσωτερική του σπιτου {θύρα} και την εξώπορτα {πουρτά}. Στις αυλές αυτές βρισκόταν ο αχυρώνας,το "κουμάσι" {κοτέτσι}, οι σταύλοι και η "κότσινα" {χοιροστάσιο}. Ο πληθυσμός του Καβακλή ολοκάθαρα ελληνικός, έφτασε στα τελευταία πριν απο τον ανθελληνικό διωγμό του 1906 χρόνια τις 5000 περίπου οικογένειες,δηλαδή γύρω στις 20 - 25 χιλιάδες άτομα, για να ελαττωθει ώς τον τελικό εκπατρισμό στου 1924-1925 στις 3 χιλιάδες οικογένειες δηλαδή στις 9 χιλιάδες περίπου άτομα. Ο τελευταίος αυτός αριθμός των 9 χιλιάδων Ελλήνων κατοίκων του Καβακλή, φαίνεται να ανταποκρίνεται πραγματικά στα τελευταία πριν απο τον εκπατρισμό αυτό χρόνια, γιατί Καβακλιώτες προχωρημένης ηλικίας που ζούν ακόμη στην Κομοτηνή, όπως οι αδελφοί Νικόλαος και Γεώργιος Δετσαρίδης και ο δικηγόρος Χρήστος Σιανίδης { ο οποίος έχει τις πληροφορίες του απο τον αποθανόντα το 1947 στην Κομοτηνή πατέρα του και επι σειρά ετών Δήμαρχον του Καβακλή}, ανεβάζουν τον ελληνικό πληθυσμό της πόλεως σε 25 περίπου χιλιάδες ψυχές. Βουλγάρους κατοίκους δεν είχε το Καβακλή, εκτός των ολίγων Δημοσίων υπαλλήλων με τις οικογένειες τους κι΄αυτούς ύστερα απο το 1885. Οι λίγοι Βούλγαροι χωρικοί που είχαν έλθει σαν εργάτες ή υπηρέτες στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας απο τα γύρω μακρυνά Βουλγαροχώρια, υπέστησαν γρήγορα την επίδρασι του ελληνικού περιβάλλοντος και εξελληνίσθησαν πριν ακόμη απο το σχίσμα του 1870. Έμεινε μονάχα η ανάμνησή τους απο την ιδιαίτερη συνοικία στην άκρα της πόλεως όπου κατοικούσαν, η οποία λεγόταν "Βουλγαρομαχαλάς", ενώ οι Έλληνες καθαυτό Καβακλιώτες κατοικούσαν στις δυό μεγάλες συνοικίες,της Παναγιάς {Ισιάδι} και του Προφήτη Ηλία.Ύστερα απο το 1906 άρχισαν να εγκαθίστανται σποραδικά Βουλγαρικές οικογένειες, αλλά και αυτές ώς το το 1924-1925, οπότε έγινε ο τελικός εκπατρισμός, δεν πέρασαν τις 50. Πότε ιδρύθηκε το Καβακλή δεν είναι ακριβώς γνωστό. Σύμφωνα όμως με την παράδοση, που την διατηρούσαν οι Καβακλιώτες ώς το τέλος, στην αρχή ήταν ένα μικρό χωριό με λίγους κατοίκους, στο οποίο απο το τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα άρχισαν να συρρέουν Έλληνες απο την Ήπειρο που έφευγαν να γλυτώσουν απο τις διώξεις του Αλή Πασά, καθώς και απο άλλες περιοχές της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδος. Έτσι το πρίν άσημο και μικρό χωριό ,εξελίχθηκε σιγά σιγά σε πραγματική μικρή πολιτεία, γεγονός για το οποίο συνετέλεσε εκτός απο την εργατικότητα των κατοίκων, η ευφορία της γής, η κεντρική θέση του σ΄όλη την περιοχή των "Καβακλιώτικων" και οι επικοινωνίες του με τα γύρω ελληνικά χωριά, ακόμη και με τα σχετικά μακρυνά Βουλγαροχώρια.Στους χρόνους του Αυτονομιακού καθεστώτος της Ανατολικής Ρωμυλίας {1878-1885], το Καβακλή αποτελούσε Δήμο καθαρά ελληνικό, διοικούμενο απο Έλληνες και ήταν πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας, με δικό του Δικαστήριο και Έλληνες Δημοσίους Υπαλλήλους.
Μετά όμως την κατά το 1885 πραξικοπηματική προσάρτηση της Αν. Ρωμυλίας στο Βουλγαρικό κράτος, μονάχα ο Δήμαρχος και τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου έμειναν Έλληνες, ενώ ο Έπαρχος και οι άλλες Διοικητικές αρχές έγιναν Βουλγαρικές και λίγα χρόνια αργότερα, όπως αναφέρεται παρακάτω, η έδρα της επαρχίας με όλες τις διοικητικές αρχές, μεταφέρθηκαν στο Βουλγαροχώρι Κιζίλ - Αγάτς, το σημερινό Έλχοβο.
Το κλίμα του Καβακλή ήταν εξαιρετικά υγιεινό. Κρύο δυνατό τον χειμώνα με άφθονα χιόνια, ζέστη το καλοκαίρι, με δύο επικρατούντας ανέμους. Τον Βοριά που κατέβαινε ψυχρός απο το βουνό του Μεγάλου Μοναστηριού και τον νοτιά, που ερχόταν απο το όρος Σακάρ {γι΄αυτό και τον έλεγαν "Σακαρηνό'} και έλυωνε τα χιόνια. Γύρω απ΄το Καβακλή υπήρχαν πολλές πηγές ρευμάτων και ρυακίων.Φυσικό λοιπόν ήταν να έχει άφθονα πόσιμα νερά, αλλά και μή πόσιμα. Το καλύτερο απο τα πόσιμα νερά ερχόταν απο τις πηγές των βορείων αντηρίδων του όρους Σακάρ και όπως και τον νότιο αέρα που φύσαγε απο το ίδιο βουνό το λέγανε και αυτό "Σακαρηνό". Το νερό αυτό μεταφερόταν στο Καβακλή με πήλινους σωλήνες και χυνόταν σε μια μεγάλη μαρμάρινη βρύση στο κέντρο της πόλεως με δυό μεγάλους κρουνούς,που έτρεχαν συνέχεια μέρα και νύχτα. Στην βρύση αυτή υπήρχε και μεγάλη πέτρινη ποτίστρα για τα ζώα. Κάθε συνοικία είχε δικό της υδραγωγείο, μια μεγάλη βρύση μπροστά στην εκκλησία της και άλλες μικρότερες σε διάφορα άλλα σημεία της.
Μιά μεγάλη επίσης βρύση βρισκόταν μπροστά στην Ελληνική σχολή. Έξω απο την πόλη πρός τους αμπελώνες υπήρχε μια πηγή, που την έλεγαν "Ηλιοπήγαδο",ενώ απο το Σακάρ κατέβαινε ένα ρεμματάκι που σχηματιζόταν απο νερά πολλών πηγών, που το έλεγαν "Τσιποτούρα". Η πόλις είχε τρείς εκκλησιές, του Αγίου Γεωργίου, της Παναγιάς, και του Προφήτη Ηλία, κάθε μιά με τρείς ιερείς και ένα Αρχιερατικό Επίτροπο που υπαγόταν αρχικά στην Μητρόπολη Αδριανουπόλεως και μετά την κατα το 1885 πραξικοπηματική προσάρτηση της Αν. Ρωμυλίας στο Βουλγαρικό κράτος , στη Ελληνική Μητρόπολη Φιλιππουπόλεως ώς το 1906, οπότε καταργήθηκε η αυτοτέλεια των Ελληνικών Κοινοτήτων της Ανατολικής Ρωμυλίας και καταλήφθηκαν απο τους Βουλγάρους οι εκκλησίες,τα σχολεία, τα μοναστήρια και όλα τα ευαγή ελληνικά ιδρύματα. Μνημονεύω τα ονόματα 6 απο τους 9 εκείνους τελευταίους λειτουργούς του Υψίστου που κατόρθωσα να εξακριβώσω με μακρές έρευνες ύστερα απο 50 χρόνια στις περιοχές, όπου κατέφυγαν και εγκαταστάθηκαν οι Καβακλιώτες. Της εκκλησιάς της Παναγιάς ο Παπαπασχάλης που ήταν και Αρχιερατικός Επίτροπος και ο Παπαντώνης ο οποίος πέθανε στα Άβδηρα της Ξάνθης. Της εκκλησιάς του Αγίου Γωργίου ο Παπακωνσταντής και ο Παπαγιάννης { του δεύτερου ο γυιός έγινε παππάς στο χωριό Κίτρους της Κατερίνης} Της εκκλησιάς του Προφήτη Ηλία ο Παπαοικονόμου, του οποίου ο γυιός διετέλεσε βουλευτής στη Βουλγαρική βουλή πριν το 1906. Υπήρχε ακόμη ο Παπαπαύλος,απόφοιτος του Γυμνασίου Αρρένων Αδριανουπόλεως .Ο θρησκευτικός εξοπλισμός του Καβακλή συμπληρωνόταν με αρκετά παρεκκλήσια, όπως της Ζωοδόχου πηγής, περί τα 2 χλμ ΒΔ της πόλεως, της Αναλήψεως, του Αγίου Αθανασίου, του Αγίου Χριστοφόρου και του Αγίου Μάρκου και ένα μοναστήρι του Αγίου Ευστρατίου , λίγο δυτικά απο την πόλη. Το παρεκκλήσι της Αναλήψεως βρισκόταν στο ύψωμα "Μπαϊράκ", στους πρόποδες του οποίου εκτεινόταν τεράστιες φυτείες κανάβεως, τα γνωστά "Καναβοτόπια". Το Μοναστήρι του Αγίου Ευστρατίου ήταν αρκετά πλούσιο, με εκτεταμένα κτήματα {χωράφια,βοσκοτόπια,αμπέλια και δάση} και πολλά ζώα {βόδια,πρόβατα,άλογα και μουλάρια]. Τόσο το Μοναστήρι όσο και τα παρεκκλήσια γιόρταζαν τις ημέρες της γιορτής τους,οπότε γινόταν κανονική λειτουργία και ακολουθούσε ολοήμερο πανηγύρι με άφθονο φαγοπότι,κρασοκατάνυξι και χορούς. Προηγμένη ήταν και η παιδεία στο Καβακλή που την υλοποιούσαν δύο 4τάξια μικτά δημοτικά σχολεία,μία τριτάξια Αστική Σχολή και τρία Νηπιαγωγεία.Το ένα Δημοτικό σχολείο ήταν σε ισόγειο κτίριο, δίπλα στο Δημαρχείο,δηλαδή στην ενορία του Αγίου Γεωργίου και το άλλο, ανάμεσα στις συνοικίες Παναγιάς και Προφήτη Ηλία,στο ισόγειο 2ωρόφου κτιρίου,ενώ η Αστική Σχολή λειτουργούσε στον 2ο όροφο του ιδίου κτιρίου,στο οποίο υπήρχε και αίθουσα διαλέξεων και θεατρικών παραστάσεων, που μπορούσε να περιλάβη 500 περίπου θεατάς και της οποίας η αυλαία είχεν αγορασθεί απο τας Αθήνας. Την σχολή αυτή συντηρούσε κυρίως με δικές του δαπάνες ο Ευεργέτης της Κωμοπόλεως Χρήστος Παπάζογλου και γι΄αυτό,καθώς και για τις μεγάλες δωρεές του προς τις εκκλησίες της, όταν πέθανε τον έθαψαν στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και η μνήμη του τιμώταν κατά την γιορτή των Τριών Ιεραρχών.Τ α τρία νηπιαγωγεία βρισκόταν ανά ένα πλάϊ σε κάθε μιά απο τις τρείς εκκλησίες της πόλης. Στα σχολεία του Καβακλή φοιτούσαν περί τους 400 μαθητές και μαθήτριες και οι δάσκαλοι και δασκάλες έφταναν τους 8-10. Πολλοί απο τους δασκάλους που κατα καιρό δίδαξαν στα σχολεία εκείνα ,ήταν ονομαστοί στα χρόνια τους και άφησαν εποχή στο πέρασμα τους. Στα σχολεία αυτά που συντηρούνταν απο πόρους της Κοινότητας και ερανικές εισφορές των κατοίκων,φοιτούσαν ώς το 1890 και τα παιδιά των Βουλγάρων Δημοσίων Υπαλλήλων, γιατί μέχρι τότε οι Βούλγαροι δεν είχαν δικά τους σχολεία εκεί. όπως αναφέρθηκε ποιό πάνω , η περιοχή του Καβακλή ήταν εξαιρετικά εύφορη και οι κάτοικοι του εργατικώτατοι,γι΄αυτό και κύρια απασχόληση τους ήταν η καλλιέργεια της γής με την ποικιλία των προϊόντων της. Η Γεωργία με κύρια προϊόντα τα σιτηρά και τα όσπρια, η Αμπελουργία με τους εκτεταμένους αμπελώνες της, που έβγαζαν περίφημα σταφύλια , επιτραπέζια και κρασοστάφυλα, η Καπνοκαλλιέργεια,η Καναβοκαλλιέργεια και η Σηροτροφία.
Ώς το 1906 η Αμπελουργία αποτελούσε τον πρώτο κλάδο της παραγωγικής δραστηριότητας των Καβακλιωτών,αλλά απο τη χρονιά εκείνη άρχισαν να χαλάνε τα παλιά κλήματα ,πράγμα που ανάγκασε τους αμπελουργούς να αρχίσουν την αντικατάσταση τους με αμερικανικά κλήματα , με αποτέλεσμα απο το 1914 την πρώτη θέση στην παραγωγική δραστηριότητα να καταλάβει η Καπνοκαλλιέργεια με την παραγωγή καπνών αρίστης ποιότητος και το καπνεμπόριο.
Το όρος Σακάρ με το απο δρείς {μεσέδες}, οξυές, κρανιές, φουντουκιές, γάβρους κ.α. δάσος του, συντελούσε στην παραγωγή εκτός απο τα καυσόξυλα και μεγάλων ποσοτήτων ξυλανθράκων. Απο τις κορυφές του βουνού εκείνου φαινόταν προς τα βορειονατολικά να κατεβαίνει απο την περιοχή Υαμπόλεως, ελισσόμενος σαν τεράστιο φίδι ο ποταμός Τούντζας, ενώ προς τα νότια έβλεπε ο θεατής τους υψηλούς μιναρέδες των δύο μεγάλων τζαμιών της Αδριανουπόλεως. Ήταν φυσικό συνεπώς να ευδοκιμεί πολύ και η κτηνοτροφία με μεγάλο αριθμό βοοειδών,αιγοπροβάτων,χοίρων, ακόμη και ίππων. Κάθε συνοικία είχε τους τους δικούς της τσομπάνους, ξέχωρα για τις αγελάδες,για τους χοίρους,για τα αιγοπρόβατα και δικά της βοσκοτόπια {μεράδες}, όπου βοσκούσαν τα κοπάδια της. Ετσι οι τσομπάνηδες της συνοικίας της Παναγιάς βοσκούσαν τα κοπάδια τους στους βοσκότοπους του "Τρανού Ρυακιού", της"Τσιποτούρας, της "Γιαννεβίτσας", των "Σαγιάδων" και του "Κλισί- Μπουνάρ", της συνοικίας του Προφήτη Ηλία στο "Επάνω Κουρί" και του Αγίου Γεωργίου στο "Καϊτζίκ" στη"Λάκοβα" και στο "Κλισί- Μπουνάρ". Μεγάλοι και ονομαστοί Κτηνοτρόφοι {Κεχαγιάδες}, ήταν οι αδελφοί Αλτίντσου με 500 αιγοπρόβατα, οι αδελφοί Παπάζογλου με 300 αιγοπρόβατα και 100 άλογα, και ο Σιδέρης Παπάζογλου με 250 αιγοπρόβατα κ.α. Με την εκτεταμένη ενδοχώρα του το Καβακλή , στην οποία ήταν κατεσπαρμένα όχι μόνο τα ελληνικά χωριά της επαρχίας, αλλά πολλά βουλγαροχώρια με την ποικιλία και την αφθονία των γεωργικών, αμπελουργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων του , ήταν φυσικό να αποτελεί όχι μόνο γεωργικό αλλά και Εμποροεπαγγελματικό κέντρο, με οικονομική δραστηριότητα σημαντική ολόκληρης της επαρχίας.Το κατάστημα Αποικιακών αδελφών Βλαϊκίδη, με κεφάλαιο 150.000 χρυσών λιρών Τουρκίας,εκάλυπτε όλες τις ανάγκες εφοδιασμού των κατοίκων της επαρχίας.Ο μεγάλος αλευρόμυλος των Παπάζογλου-Νικολαίδη, που ήταν κοντα στη δεξιά όχθη του ποταμού Τούντζα, λίγο ανατολικά απο το Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος,με πέντε μυλόπετρες και εγκαταστάσεις παραγωγής λευκού αλεύρου τύπου φαρίνας, που το λέγανε τότε "Νούλα" κι΄ένας άλλος ακόμη μικρότερος με τρείς μυλόπετρες στη δεξιά όχθη του παραποτάμου του Τούντζα , Ασμάκ Ντερέ,αποτελούσαν τα κύρια συγκροτήματα της αλευροβιομηχανίας του Καβακλή.Εκτός όμως απο τους δύο αυτούς μεγάλους αλευρόμυλους ,πληθώρα μικρών νερόμυλων απο διάφορα ρεύματα και ποταμάκια, που χυνόταν στον Τούντζα ,προσέθεταν την συμβολή τους στην παραγωγική ικανότητα των δύο μεγάλων αλευρόμυλων και εξασφάλιζαν τα αναγκαία άλευρα για όλη την επαρχία.Ο Χρήστος Παπάζογλου, ο ένας απο τους ιδιοκτήτες του μεγάλου αλευρόμυλου, που έκανε και Βουλευτής στη Βουλγαρική Βουλή, εγκαταστάθηκε μετά τον τελικό εκπατρισμό των Καβακλιωτών στο Αιγίνιο Πιερίας, όπου και κοιμάται τον αιώνιο ύπνο του, εδώ και πολλά χρόνια. Ονομαστά και περίφημα ήταν τα λατομεία μαρμάρου του Καβακλή,μοναδικά σ΄όλη τη Βουλγαρία για τα ωραία χρωματιστά μάρμαρα τους.Τα λατομεία αυτά 3 τον αριθμό ήταν κοινοτικά και τα εκμεταλλευόταν οι αδελφοι Μόσχος και Πέτρος Μοσχίδης και οι αδελφοί Γεώργιος και Κων/νος Ράλληδες. Τα δύο απο αυτά που έβαζαν άσπρα μάρμαρα σε πλάκες 5-10 εκατοστων πάχους ,βρισκόταν λίγο έξω απο την πόλη , το ένα στην τοποθεσία του "Τερζή ο Τσεσμές" και το άλλο στην τοποθεσία "Τσαντήρι". Το τρίτο που έβγαζε μάρμαρα με άσπρα και γαλάζια χρώματα ανάμικτα,βρισκόταν αντίκρυ απο τον "Καναβότοπο" στην τοποθεσία "Καϊράκ".
Τα μάρμαρα αυτά του Καβακλή, λεπτόκοκκα και αρίστης ποιότητας, εξαγόταν σ΄όλη τη Βουλγαρία,ιδιαίτερα στη Φιλιππούπολη και Σόφια. Πόσο ανεπτυγμένη ήταν η μαρμορογλυπτική στο Καβακλή, το μαρτυρεί ο αριθμός των μαρμαρογλυφείων, που ήταν πέντε,ενώ η Φιλιππούπολη είχε δύο και η Σόφια μόνο ένα.
Ο πατριάρχης της μαρμαρογλυπτικής που δίδαξε την τέχνη και στους άλλους , ήταν ο Μόσχος Μοσχίδης που είχε έρθει στο Καβακλή απο το Ορτάκιοϊ το 1871. Μετά τον εκπατρισμό του 1924-1925 ο Πέτρος Μοσχίδης εγκαταστάθηκε στην Κομοτηνή όπου άσκησε το επάγγελμα του σαν μαρμαρογλύπτης ώς το θάνατο του γύρω στο 1970, ο δέ Μόσχος Μοσχίδης με τους γιούς του στη Θεσαλονίκη όπου ήσκησε και αυτός το επάγγελμά του ώς το θάνατο του. Σημειωτέον ότι ο Μόσχος Μοσχίδης ήταν ο τελευταίος Έλληνας Δήμαρχος του Καβακλή απο το 1920, οπότε συνελήφθη απο τους Βουλγάρους και παραπέμφθηκε στο Στρατοδικείο ο μέχρι τότε δήμαρχος Νικόλαος Δημητρίου {Σιανίδης}, ώς το εκπατρισμό το 1925. Ο Δήμος Καβακλή διατηρούσε και μεγάλο φαρμακείο, το οποίο εξασφάλιζε όλες τις ανάγκες σε φάρμακα των κατοίκων της επαρχίας
Εταιρία Θρακικών Μελετών - Άγγελος Γερμίδης
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015
Κώστας Πινέλης : Πολεμικοί χοροί της Θράκης
Γράφτηκε από τον Πινέλης Κώστας

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο χορός είναι δώρο των θεών προς τον άνθρωπο. Εξέχουσα θέση στη ζωή τους είχαν οι πολεμικοί χοροί.
Οι πολεμικοί χοροί είχαν σαν σκοπό την προπαρασκευή των ανδρών για τον πόλεμο και τους αγώνες. Ο αρχαιότερος πολεμικός χορός είναι ο χορός των «Κουρητών». Σύμφωνα με τη μυθολογία οι ίδιοι οι θεοί δίδαξαν το χορό στους ανθρώπους. Και είναι η Ρέα αυτή που σύμφωνα με την παράδοση έμαθε το χορό στους Κουρήτες (που το όνομα τους σημαίνει νέοι) στο νησί της Κρήτης για να καλύψουν με το θόρυβο των ασπίδων και των ξιφών τους το κλάμα του μικρού παιδιού του Δία για να το γλιτώσουν από τον πατέρα του τον Κρόνο που καταβρόχθιζε τα παιδιά του και να μην χάσει το θρόνο του.
Ένας επίσης από τους πιο σπουδαίους χορούς είναι ο «Πυρρίχιος» που κατά τον Πλάτωνα είναι μια μίμηση του πολέμου, μια αναπαράσταση των φάσεων του με τη συνοδεία αυλού ή λύρας και τραγουδιών. Η ονομασία του προέρχεται από τη λέξη «πυρ» και σημαίνει τον κόκκινο χορό.
Κατά μία άλλη εκδοχή τον χορό αυτό τον επινόησε ο Πύρριχος που ήταν γιος του Αχιλλέα ή κατ’ άλλους ήρωας της Κρήτης. Ο Πυρρίχιος ήταν γνωστός σ’ ολόκληρη την αρχαία Ελλάδα. Στην Σπάρτη τον θεωρούσαν προγύμνασμα του πολέμου και τον χόρευαν στη γιορτή των Διόσκουρων, ενώ στην Αθήνα τον χόρευαν στις γιορτές των Παναθηναίων. Οι χορευτές χόρευαν τον Πυρρίχιο πάνοπλοι. Αρχικά γινόταν ένα είδος παρέλασης με στροφές προς τα πλάγια (έκνευση), οπισθοχωρήσεις (ύπειξη) άλματα σε ύψος και χαμηλώματα (ταπείνωση). Ακολουθούσαν οι κινήσεις της επίθεσης, οι στάσεις της άμυνας και γενικά όλες οι κινήσεις του πολεμιστή, όπως η στιγμή που ρίχνει το ακόντιό του, το τόξο του, ή κινήσεις με τη λόγχη του. Οι κινήσεις αυτές ήταν ρυθμικές προσαρμοσμένες στον ήχο που προκαλούσαν τα χτυπήματα των όπλων (κλαγγή).. Ο Όμηρος τον θεωρούσε ως ένα από τους σπουδαιότερους χορούς.
Οι γρήγορες κινήσεις του σώματος, η σύσφιξη των χορευτών μεταξύ τους, η βίαια στροφή των ποδιών στο δάπεδο, οι συσπάσεις των μυών του σώματος, ο ενθουσιασμός που καταλαμβάνει τους θεατές όταν βλέπουν τους χορευτές, όλα αυτά προσδίδουν αίγλη και πρωτοτυπία στο χορευτικό αυτό σύμπλεγμα. Μπορεί κάποιος να κατατάξει τον Πυρρίχειο μεταξύ των διασημοτέρων χορών. Πυρρίχιοι χορεύονταν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας
Παλαιότερα, ο Πυρρίχειος λεγόταν στην Κύπρο "πρόλις", στην Μακεδονία "τελεσίας", στην Κρήτη "ορδίτης ή επικρήδιος" στη Θράκη "καλαβρισμός". Παραλλαγές του, σήμερα, στην Κρήτη, είναι ο Πεντοζάλης (ή Πεντοζάλι) και ο πηδηχτός. Σήμερα χορεύεται από τους Πόντιους και θεωρείται από τους ειδικούς ως ο αντιπροσωπευτικότερος του αρχαίου χορού.
Πολεμικοί χοροί της Θράκης
Είναι γνωστό πως οι Θράκες αγαπούσαν πολύ τη μουσική και το χορό. Ξεχωριστή θέση όμως στους χορούς κατείχαν οι πολεμικοί χοροί.
Στους παραπάνω αρχαίου χορούς της Ελλάδας περιλαμβάνεται και ο καλαβρισμός ή κολαβρισμός, είδος άγριου πολεμικού χορού της Θράκης και της Καρίας στη Μ. Ασία· Πολυδ. (IV, 100). ο καλαβρισμός αναφέρται μαζί με τους χορούς που ήταν "λιγότερο ζωηροί, πιο ποικιλμένοι και πιο απλοί".
Η μελωδία πάνω στην οποία χορευόταν ο καλαβρισμός ονομαζόταν κόλαβρος· Αθήν. ΙΕ', 697C: "Κτησιφών ο Αθηναίος ποιητής των καλουμένων κολάβρων".
Επειδή η λέξη κόλαβρος σήμαινε, κατά τη Σούδα, "χοιρίδιο", ο χορός θα μπορούσε να ονομαστεί "χορός του χοίρου". Το ρήμα κολαβρίζω σήμαινε χορεύω τον κολαβρισμό· ο Ησύχιος λέει: "πηδώ".
Χασάπικος Πολιτικός ή Μακελάρης. θεωρείται πολεμικός χορός. Τη σημερινή ονομασία του έλαβε, επειδή ήταν ο χορός που συνηθιζόταν ιδιαίτερα από τη συντεχνία των μακελάρηδων (των χασάπηδων). Ο χορός αποτελείται από δυο μέρη, αργό και γρήγορο, που έχουν διάφορες ονομασίες: βαρύ χασάπικο, χασαπιά κ.ά. χορεύονταν κυρίως στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης.
Ζεϊμπέκικος. Αργός χορός, παρόμοιος με αντικριστό καρσιλαμά, θεωρείται χορός πολεμικής καταγωγής και χορεύεται από δύο άτομα. Εξαίρει τον ανδρισμό, την ανδροπρέπεια και την ανδρεία.Οι κινήσεις γίνονται σε νοερό κύκλο. Έχει αργό και γρήγορο μέρος, χωρίς τυποποιημένα βήματα, τα οποία κατά περίσταση δίνουν στο χορευτή τη δυνατότητα να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του.
Πρόκειται για ένα χορό εννιάσημο (9/8) με πολλές παραλλαγές, που χόρευαν αρχικά οι Ζεϊμπέκηδες, απ' όπου και πήρε και το όνομά του. Οι Ζεϊμπέκηδες ήταν Έλληνες από την Θράκη που μετανάστευσαν στην Προύσα και τ΄ Αϊδίνι. Αποτελούσαν επίλεκτη κοινωνική τάξη. Οι Τούρκοι τους αποκαλούσαν γκιαούρηδες (άπιστους). Είναι αλήθεια ότι οι Ζεμπέκηδες σιγά σιγά εξισλαμίστηκαν. Όμως δεν ξέχασαν ποτέ την καταγωγή τους και τις παραδόσεις του τόπου τους και διατήρησαν την τοπική Θρακική λαϊκή τους ενδυμασία μέχρι το 1883, οπότε ο σουλτάνος Μαχμούτ ο Β τους διέταξε ή να παραδώσουν τα όπλα ή να εναρμονιστούν με την ενιαία στολή της χωροφυλακής. Οι περίπου 40.000 Ζεϊμπέκηδες επαναστάτησαν και στην άνιση αναμέτρηση με τον τακτικά στρατό αποδεκατίστηκαν. Όμως από τα έθιμα της μακρινής πατρίδας τους επέζησε και εξακολουθεί να επιζεί θριαμβευτικά ως τις μέρες μας ο Ζεϊμπέκικος χορός. Διατηρούσαν δικές τους συνήθειες και φορούσαν μια εθνική ενδυμασία που τόνιζε τη θεματολογία του χορού τους.
Θρακιώτες στον χορό με τα μαχαίρια στην Ν. Βύσσα Έβρου
Αράπικος ή Μαύρος χορός
Χορός από δυο άντρες, που κρατούν μαχαίρια και ο ένας προσπαθεί να το ακουμπήσει στο στήθος του άλλου, οπότε αυτός πέφτει κάτω προσποιούμενος τον νεκρό και ο νικητής χορεύει γύρω του θριαμβευτικά. Η ιστορία αυτού του χορού χάνεται στα βάθη των αιώνων. Περιγραφή του γίνεται και από τον Ξενοφώντα στο έργο του "Κύρου Ανάβασις"[6.1.1] Εκ τούτου δὲ ἐν τῇ διατριβῇ οἱ μὲν ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς ἔζων, οἱ δὲ καὶ λῃζόμενοι ἐκ τῆς Παφλαγονίας. ἐκλώπευον δὲ καὶ οἱ Παφλαγόνες εὖ μάλα τοὺς ἀποσκεδαννυμένους, καὶ τῆς νυκτὸς τοὺς πρόσω σκηνοῦντας ἐπειρῶντο κακουργεῖν· καὶ πολεμικώτατα πρὸς ἀλλήλους εἶχον ἐκ τούτων. [6.1.2] ὁ δὲ Κορύλας, ὃς ἐτύγχανε τότε Παφλαγονίας ἄρχων, πέμπει παρὰ τοὺς Ἕλληνας πρέσβεις ἔχοντας ἵππους καὶ στολὰς καλάς, λέγοντας ὅτι Κορύλας ἕτοιμος εἴη τοὺς Ἕλληνας μήτε ἀδικεῖν μήτε ἀδικεῖσθαι. [6.1.3] οἱ δὲ στρατηγοὶ ἀπεκρίναντο ὅτι περὶ μὲν τούτων σὺν τῇ στρατιᾷ βουλεύσοιντο, ἐπὶ ξένια δὲ ἐδέχοντο αὐτούς· παρεκάλεσαν δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἀνδρῶν οὓς ἐδόκουν δικαιοτάτους εἶναι. [6.1.4] θύσαντες δὲ βοῦς τῶν αἰχμαλώτων καὶ ἄλλα ἱερεῖα εὐωχίαν μὲν ἀρκοῦσαν παρεῖχον, κατακείμενοι δὲ ἐν σκίμποσιν ἐδείπνουν, καὶ ἔπινον ἐκ κερατίνων ποτηρίων, οἷς ἐνετύγχανον ἐν τῇ χώρᾳ. [6.1.5] ἐπεὶ δὲ σπονδαί τε ἐγένοντο καὶ ἐπαιάνισαν, ἀνέστησαν πρῶτον μὲν Θρᾷκες καὶ πρὸς αὐλὸν ὠρχήσαντο σὺν τοῖς ὅπλοις καὶ ἥλλοντο ὑψηλά τε καὶ κούφως καὶ ταῖς μαχαίραις ἐχρῶντο· τέλος δὲ ὁ ἕτερος τὸν ἕτερον παίει, ὡς πᾶσιν ἐδόκει {πεπληγέναι τὸν ἄνδρα}· ὁ δ᾽ ἔπεσε τεχνικῶς πως. [6.1.6] καὶ ἀνέκραγον οἱ Παφλαγόνες. καὶ ὁ μὲν σκυλεύσας τὰ ὅπλα τοῦ ἑτέρου ἐξῄει ᾄδων τὸν Σιτάλκαν. ἄλλοι δὲ τῶν Θρᾳκῶν τὸν ἕτερον ἐξέφερον ὡς τεθνηκότα· ἦν δὲ οὐδὲν πεπονθώς…
Λέει, λοιπόν, ο Ξενοφώντας: <<Αφού έγιναν οι σπονδές (δηλαδή η οινοποσία) και οι Έλληνες έψαλαν τον παιάνα, σηκώθηκαν πρώτα-πρώτα οι Θράκες (μισθοφόροι) και χόρεψαν οπλισμένοι, με τη συνοδεία αυλού. Και πηδούσαν ψηλά και ελαφρά, κουνώντας τα μαχαίρια τους. Τέλος αρχίζει δήθεν να χτυπάει ο ένας τον άλλον με το μαχαίρι του, έτσι που σε όλους να φαίνεται πως αληθινά πλήγωσε ο ένας τον άλλο. Κι αυτός που δήθεν πληγώθηκε, έπεσε κατά γης με κάποιον τεχνικό τρόπο. Παφλογόνες (που παρακολουθούσαν τον παραστατικό χορό) έβγαλαν μεγάλες (Επιδοκιμαστικές) κραυγές. Τότε ο ένας (που νίκησε) αφαίρεσε (δηλ. λαφυραγώγησε) τα όπλα του άλλου, σαν να ήταν εκείνος νεκρός, και βγήκε (από τον κύκλο του χορού), ψάλλοντας τον Σιτάλκα (δηλαδή έναν ύμνο πολεμικό που εξυμνούσε το βασιλιά της Θράκης Σιτάλκα, Βασιλιά των Οδρυσσών Θρακών). Μερικοί Θράκες, κατόπιν, μετέφεραν έξω και τον άλλον, σαν να ήταν νεκρός, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε πάθει τίποτε>>…
Ο χορός έπαψε να χορεύεται στη Θράκη από τις αρχές τις 10ετίας του 60 θεωρούμενος ως βάρβαρος. Χορεύονταν επίσης στον Πόντο με το όνομα «Πιτσάκ Οιν» και εδώ όμως δεν χορεύεται συχνά πια. Στην Μυτιλήνη χορεύεται στην Αγιάσο μόνο από μια οικογένεια, χορεύεται επίσης και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως σε χωριά της Καρδίτσας, αλλά επίσης πολύ σπάνια.
Μπαϊντούσκα είναι συμβολικός χορός. Κατά την πιθανότερη εκδοχή αναπαριστά με τους βηματισμούς της μια τακτική της μάχης. Υπό αυτό το πρίσμα θεωρείται πολεμικός χορός, ενώ η ιαχή εκφοβισμού των χορευτών, επιβεβαιώνει τον πολεμικό χαρακτήρα του χορού.
Τσέστος: Είναι γνωστός με διάφορες ονομασίες που δηλώνουν τον τρόπο που πιάνονται οι χορευτές (ζωναράτος), τον τρόπο που τον χορεύουν(ντούζκος=ίσια στρωτά), ή τσέστος (μικρά και σβέλτα βήματα). Ο ντούζκος και ο τσέστος χορεύεται από άντρες. Η μορφή του Τσέστου θεωρείται επίσης πολεμικός χορός, για τα βήματα του χορού και τον σχηματισμό σε ευθεία γραμμή.
Τσέστος ζωναράδικος χορός της Θράκης
Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014
ΜΗΛΙΑ,ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
ΜΗΛΙΑ,ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Διήγηση της Μ. Αναστασίας
Η Μηλιά που γεννήθηκα είναι τόσο παλιό χωριό, που
κανείς δεν ξέρει από πότε κτίστηκε.
Όταν πηγαίναμε στο σχολείο, ο δάσκαλος μας έλεγε ότι
το χωριό μας γεωγραφικά είναι το πρώτο χωριό της Ελλάδας, γιατί ήταν στα βόρεια
σύνορα, δίπλα στη Βουλγαρία.. Είναι κτισμένο στην πλαγιά ενός λόφου. Το
περίγυρό του ήταν τυλιγμένο με ρυάκια που έτρεχαν γάργαρο νερό. Υπήρχαν 5
παλιές Βρύσες με καθαρό και υγιεινό νερό. | To καίκι μεταφέρει το γιατρό Χρηστίδη |
Το
χωριό μου σήμερα αργοσβήνει σιγά σιγά με
τους λίγους απομείναντες κατοίκους.
ΤΟ
ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ
![]() |
| Το σπίτι του Αραμπατζή |
Είχαμε ένα παμπάλαιο διώροφο πέτρινο σπίτι. Τα
παράθυρά του ήταν μικρά. Στην είσοδο
είχε πέτρινα σκαλιά με δυο στρογγυλά ξύλινα κάγκελα. Κάτω στα σκαλιά ήταν
κτισμένο το κοτέτσι. Μια μεγάλη ξύλινη πόρτα ήταν η είσοδος και είχε απ’ έξω Αριζέ. Από μέσα είχε ένα μεγάλο
ξύλο με θήκες και από τις δυο πλευρές του, που το βάζανε το βράδυ και ασφάλιζε
την πόρτα.
Μπαίνοντας στο σπίτι είχε ένα μεγάλο χαγιάτι (=σαλόνι)
με ξύλινα ντιρέκια που το στήριζαν και επάνω είχε δίπλες. Επάνω στις δίπλες η
πινακωτή που βάζανε μέσα το ψωμί που ζυμώνανε. Μια σανίδα κρεμασμένη από
σχοινιά και πάνω τα ψωμιά στην αράδα σκεπασμένα.
Στη
γωνιά ήταν τα μπαούλα με τα ρούχα και επάνω ο γοίκος. Έτσι λέγανε το σωρό με τα ρούχα που τα είχαν
διπλωμένα και σκεπασμένα. Το χαγιάτι
ήταν τεράστιο να φανταστείτε πιο μεγάλο από ένα σπίτι.
Από τη δεξιά πλευρά είχε μόνο δύο κάμαρες. Στην πίσω
κάμαρα έμεναν ο παππούς και γιαγιά. Κάτω είχε μια ψάθα και επάνω ξετύλιγαν ένα
στρώμα και κοιμούνταν. Ένα παράθυρο βαθύ με ένα πεζούλι κι επάνω στο πεζούλι
ένα λουλούδι με ωραίο φύλλο. Επάνω στο ντουβάρι, μέσα στον τοίχο, ήταν το
εικονοστάσι , μια εικόνα πιασμένη με μάνταλο και από πίσω ένας κρύπτης. Σ’ αυτό
το δωμάτιο είχε και Γωνιά, που δεν θυμάμαι να την άναψαν ποτέ. Η γιαγιά είχε
εκεί κρεμασμένη μια καρτσούνα (=νεροκολοκύθα)
που είχε μέσα θυμιάμα και κεράκι και στο ντουβάρι κρεμασμένη μια λάμπα
πετρελαίου.
Στην άλλη κάμαρα είχε μια σόμπα, ένα κρεβάτι και μια
΄΄μάσα΄΄ (=τραπέζι). Εκεί επάνω ήταν η κανάτα και ένας μαστραπάς για το νερό. Στο κάτω ράφι ήταν το πανέρι με
το ψωμί τυλιγμένο καλά στη μισάλα. Ένα ξύλινο σουντίρι στρωμένο με υφαντά και
πολλά μαξιλάρια. Εδώ κάθονταν κατά τα νυχτέρια , που το χειμώνα ήταν
καθημερινά. Οι γυναίκες βάζανε στη μέση του δωματίου έναν τενεκέ και πάνω τη λάμπα για να φέγγει.. Γύρω γύρω κάθονταν
στα μαξιλάρια και όλες είχαν τις δουλειές τους μαζί. Πλέκανε κάλτσες και
πουλόβερ και γνέθανε νήμα, γιατί ότι
φορούσανε και τα σκεπάσματά τους όλα ήταν χειροποίητα και έπρεπε να τα
κατασκευάζουν μόνες τους.
Η νοικοκυρά για να ευχαριστήσει τις γυναίκες στα
νυχτέρια,, έβραζε καλαμπόκια και κολοκύθια και έψηνε πατλάκια.
Από
κάτω από το χαγιάτι και τους οντάδες ήταν ο αχυρώνας και τα αμπάρια. Ο στάβλος
ήταν μια μεγάλη κάμαρα όπου βάζανε τα βαρέλια με το κρασί, τις λαΐνες (=στάμνες) με το νερό, τους κουβάδες και τα μπακίρια.
Σ’ αυτό το μέρος υπήρχε μια εσωτερική ξύλινη σκάλα που
κατεβαίνανε για να δούνε όταν τα ζώα ήταν ανήσυχα ή όταν γεννούσαν οι αγελάδες.
Στην αρχή της σκάλας είχε ένα ραφάκι μέσα στο ντουβάρι. Εκεί βάζανε ένα καντήλι
τενεκεδένιο με ένα φυτίλι κι ένα χερούλι, για να το κρατάνε όταν κατεβαίνανε τη
νύχτα.
Ο κάτω οντάς (=
δωμάτιο) είχε τη γωνιά με δύο πέτρινα πεζούλια κι έναν ξύλινο πάγκο σαν κρεβάτι.
Τα Χριστούγεννα που σφάζανε το γουρούνι, το στηρίζανε σ’ ένα χοντρό μεγάλο ξύλο
και το πηγαίνανε σ’ αυτό το δωμάτιο. Εκεί το χωρίζανε σε κομμάτια. Χαίρονταν
όταν το γουρούνι ήταν παχύ, γιατί το λίπος του το παστώνανε Με το κρέας του
φτιάχνανε καβρουμά, τσιγαρίδες, λουκάνικα και λίγδα. Την λίγδα την
χρησιμοποιούσαν στις πίτες που ήταν το κυριακάτικο φαγητό τους. Τα διατηρούσαν
μέσα σε πήλινα τσουκάλια πάνω στο χαγιάτι, σε μια σκοτεινή γωνία.
Από το λίπος του γουρουνιού κάνανε και το σαπούνι
τους. Βράζανε το λίπος μέσα σ’ έναν τενεκέ και όταν έβραζε καλά, ρίχνανε μέσα
σόδα. Πριν παγώσει καλά το κόβανε σε τετράγωνα κομμάτια
Τα λουκάνικα τα είχαν περασμένα σ’ ένα κοντάρι και
κρεμασμένα για να στεγνώσουν.
Θυμάμαι που παππούς μου περνούσε κομμάτια κρέας σ’ ένα
ξύλο, το έψηνε, εμείς καθόμασταν στα
πεζούλια και μας έδινε να φάμε το νόστιμο αυτό κεμπάπ.
Ο
ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Ο χειμώνας ήταν δύσκολος γιατί είχαν πολλά ζωντανά για
πότισμα και οι βρύσες και τα ρυάκια ήταν
έξω από το χωριό. Κουβαλούσαν νερό με τα βαρέλια από το ποτάμι ή κουβαλούσαν με
τους κουβάδες. Σ’ ένα ξύλο πελεκημένο, το μπακουρτσόξυλο, βάζανε τους κουβάδες
στις δύο άκρες του και το κουβαλούσαν
στον ώμο για να ποτίσουν τα μοσχαράκια και για το σπίτι να πλυθούνε.
Είχανε πολύ λίγο χρόνο να ξεκουραστούνε. Το χειμώνα
εκτός από τα ζώα που είχαν να φροντίσουν, έπρεπε να τενγκιάσουν τον καπνό, να
κλώσουν το βαμπάκι και το μαλλί, να πλέξουν κάλτσες και πουλόβερ. Όλα αυτά
έπρεπε να τα κάνουν το χειμώνα, γιατί το καλοκαίρι πήγαιναν στα χωράφια, δεν είχαν
χρόνο για τέτοιες δουλειές.
Όλοι οι
κάτοικοι του χωριού ήταν αγρότες. Το χωριό είχε δύο μπακάλικα, αυτά που θυμάμαι
εγώ, τέσσερα καφενεία , δύο καϊκτσήδες (=βαρκάρηδες), δύο ράφτες, δύο σιδεράδες,
έναν πεταλωτή που κάρφωνε στα πόδια των ζώων τα πέταλα, έναν πρακτικό
οδοντίατρο και τρείς δασκάλους. Το ψωμί το έκαναν οι νοικοκυρές και όλα τα
σπίτια είχαν το φούρνο τους.
ΓΙΟΡΤΕΣ
ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ
Τα Χριστούγεννα
Όπως τώρα περιμένουν όλοι με χαρά τα Χριστούγεννα,
έτσι και τότε . Οι καραμέλες που τρώγαμε σαν παιδάκια ήταν λιγοστές . Γι’ αυτό
όλο το χρόνο ό,τι χαρτάκια βρίσκαμε από καραμέλες που ήταν χρωματιστά, τα
μαζεύαμε και τα κρατούσαμε. Όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, ο μπαμπάς μου
πήγαινε στο αμπέλι μας που ήταν σε μια ρεματιά και μας έκοβε από μια βέργα από
κρανιά με κλαριά. Εμείς περιμέναμε να τη στολίσουμε . Τα χαρτάκια τα κάναμε
φιογκάκια με μια κλωστή και στολίζαμε τα κλαριά της βέργας.
Στα σπίτια την παραμονή των Χριστουγέννων κάθονταν
όλοι γύρω από το σουφρά. Ο παππούς έπαιρνε ένα γυνί, έβαζε επάνω κάρβουνα και θυμίαμα. Πρώτα
πήγαινε μπροστά στο εικονοστάσι και μετά στο τραπέζι που είχε εννιά νηστίσιμα φαγητά, που τα
λέγανε ΄΄εννιά φαϊά΄΄. Θύμιαζε το
τραπέζι και κάθε έναν από εμάς ξεχωριστά.
Σηκωνόμασταν το πρωί και με τη στολισμένη βέργα
πηγαίναμε πρώτα στον παππού και στη γιαγιά και τους χτυπούσαμε με τη στολισμένη
βέργα την οποία την ονομάζαμε σούρβα . Τους χτυπούσαμε στα χέρια και στα πόδια για
να μη τους πονάνε. Μετά πηγαίναμε στους γονείς μας και στα ζώα. Μαζεύονταν και άλλα παιδιά και
πηγαίναμε σε συγγενικά σπίτια και τραγουδούσαμε τα κάλαντα. Όλα τα παιδιά
κρατούσαμε από μια σούρβα. Στα σπίτια που πηγαίναμε μας έδιναν οι συγγενείς από
ένα λουκανικάκι και από μια εικοσάρα, οι παππούδες μας έδιναν μισή δραχμή.
Επίσης περιμέναμε τη νύχτα τα παλληκάρια. Μαζευότανε
μια ομάδα και πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι. Τραγουδούσαν τόσο δυνατά που ακούγονταν
σ’ όλη τη γειτονιά. Οι νοικοκύρηδες ετοίμαζαν ένα χριστόψωμο που είχε επάνω ένα
σταυρό, βάζανε πάνω ένα νόμισμα και το
πρόσφεραν. Ένα παλληκάρι, ο πιο κοντινός συγγενής. κρατώντας το χριστόψωμο στο
χέρι λέει το ντουβά.
«Ορίστε
απ’ τον αφέντη μας, τον πολυχρονημένο…» Συνεχίζουν με ευχές πρώτα για το νοικοκύρη και μετά για τα παιδιά. Το
τραγούδι που λέγανε ήταν,΄΄Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο...΄΄ Τους έδιναν
ακόμα καρύδια, σύκα, καραμέλες και ξυλοκέρατα. Τα μαζεύανε όλα αυτά σ’ ένα σακούλι και την ημέρα των Χριστουγέννων, μετά την
εκκλησία, πηγαίνανε έξω στην πλατεία. Τραγουδούσαν και εκεί , λέγανε τις ευχές
και στο τέλος ρίχνανε αυτά που μάζεψαν, ενώ τα παιδάκια έτρεχαν για να μαζέψουν
όσα περισσότερα μπορούσαν.
Μετά έρχονταν και έπαιζαν οι οργανοπαίκτες, που τους
είχαν πληρώσει τα παλικάρια από τα δώρα
που μαζέψανε. Στο χορό συμμετείχε όλο το χωριό. Μικροί μεγάλοι ήταν στην
πλατεία. Τα παλληκάρια και τα κορίτσια έκαναν βόλτα ενώ οι μεγάλοι κάθονταν γύρω στην πλατεία. Μάλλον
διάλεγαν νύφες ή γαμπρούς. Αυτό γινόταν και τις Κυριακές και τις διάφορες γιορτές,
ήταν η έξοδος και η διασκέδαση των νέων.
Νέο έτος (Πρωτοχρονιά)
Μετά τα Χριστούγεννα περιμένανε την καινούργια χρονιά
που θα’ρθει. Τα Δωδεκαήμερα πλέκανε, κάνανε δουλειές στο χέρι. Βλέπανε ποια θα
πλέξει περισσότερο, ποια θα βγάλει περισσότερες δουλειές.
Παραμονή πρωτοχρονιάς είχανε πάλι τα θυμιάσματα.
Βράζανε και σιτάρι για να πάει καλά η χρονιά.
Μαζευότανε νωρίς και κόβανε την πίττα που ετοίμαζαν οι νοικοκυρές. Μέσα
στην πίττα βάζανε τα σημάδια όπως λέγανε, τα χωράφια, το σπίτι, τα ζώα, το
αμπέλι και το φλουρί. Θυμιάζανε το τραπέζι με την πίττα. Ο νοικοκύρης γύριζε τρεις
φορές το ταψί με την πίττα και την έκοβε. Στο Χριστό, στο νοικοκύρη και όλους με τη σειρά κατά ηλικία
Οι άνδρες αυτή τη βραδιά δοκιμάζανε την τύχη τους
παίζοντας κουμάριΤο
βράδυ τ’ Αϊγιαννιού θυμιάζανε πάλι το σινί (τραπέζι).
Τα Θεοφάνεια
Τα Θεοφάνεια, μετά τη θεία λειτουργία, όλοι οι
κάτοικοι ακολουθούσαν τον παπά στο ποτάμι. Εκεί αγίαζε ο παπάς τα νερά
ρίχνοντας το σταυρό στο ποτάμι.
Στο γυρισμό μετά την πομπή τα κορίτσια και τα παλληκάρια παίζανε το γεφυράκι πηγαίνοντας στο χωριό.Το βράδυ ορισμένοι δεν κοιμόταν γιατί ανοίγανε τα ουράνια.
Στο γυρισμό μετά την πομπή τα κορίτσια και τα παλληκάρια παίζανε το γεφυράκι πηγαίνοντας στο χωριό.Το βράδυ ορισμένοι δεν κοιμόταν γιατί ανοίγανε τα ουράνια.
Η
πανήγυρη
Η πανήγυρη γινόταν στις 18 Ιανουαρίου του Αγίου
Αθανασίου κι ερχόταν κόσμος από τα άλλα
χωριά, το Θεραπειό, τον Πεντάλοφο, το
Κουμαρλί κ.α. Την παραμονή ο εσπερινός και ανήμερα η Θεία λειτουργία. Μετά από
την εκκλησία πηγαίνανε στα σπίτια να κεραστούνε οι επισκέπτες. Την προηγούμενη
ημέρα οι περισσότεροι σφάζανε κατσικάκια και μαγειρεύανε πολλά φαγητά για να
φιλέψουν τον κόσμο που ερχόταν από άλλα χωριά. Στην πλατεία γινόταν μεγάλος
χορός. Έβγαιναν οι οργανοπαίκτες του χωριού και όλος ο κόσμος μικροί και
μεγάλοι χορεύανε. Αυτό γινότανε πολύ συχνά τις γιορτές.
Ο Μπέης
Μια βδομάδα πριν τις απόκριες γιόρταζαν το Μπέη.
Ετοίμαζαν οι νοικοκυρές πίτες και τις πήγαιναν στην πλατεία. Κάθονταν οι άνδρες
σε σανίδες και στη μέση είχαν τις πίτες. Οι υποψήφιοι είχαν ξεχωριστή πίτα που
είχε μέσα νόμισμα. Σ’ όποιον τύχαινε το νόμισμα ήταν ο μπέης της επόμενης
χρονιάς. Τον σηκώνανε ψηλά και του δίνανε ευχές .
Ο Μπέης φορούσε ένα σαρίκι στο κεφάλι του, είχε δίπλα
του την Καντούνα, τους Αράπηδες και τους Κουδουνάδες. Γύριζαν στο χωριό και
μάζευαν σιτάρι. Πήγαιναν στην πλατεία, ο Μπέης όργωνε, έσπερνε και άλλοι τον
έβαζαν πηδουκλές (=τρικλοποδιές) για να διασκεδάσουν . Στο τέλος πιάνονταν όλοι
στο χορό. Έσερνε ο Μπέης το χορό και δίπλα του η Μπέηνα. Ο κόσμος τους κρεμούσε λεφτά.
Οι Απόκριες
Τις απόκριες οι κουμπάροι πηγαίνανε στους νονούς τους
μ’ ένα μπουκάλι κρασί τυλιγμένο σ’ ένα μαντήλι. Φιλούσαν το χέρι του νονού και
έλεγαν συγχωρημένα και ευλογημένα, ενώ τους κερνούσε η νονά πίττες χαλβά. Ο
νονός κρεμούσε στο ταβάνι μια πίττα χαλβά . Τα παιδιά του και τα βαφτιστήρια
του βάζανε τα χέρια πίσω , ο νονός κουνούσε την κλωστή με το χαλβά και όποιο παιδί
δάγκωνε το χαλβά ήταν ο νικητής.
Των Βαΐων
Την Κυριακή των Βαΐων, κορίτσια 12-14 ετών μαζεύονταν
σ΄ ένα σπίτι για να στολίσουν τα Βάγια. Βάγια ήταν μια μεγάλη κούκλα που την ετοιμάζανε οι κοπέλες,
την ντύνανε , τη στολίζανε και γυρίζανε στα σπίτια τραγουδώντας και χορεύοντας
την Βάγια. Παίρνανε το Αντί από τον αργαλειό, φτιάχνανε το κεφάλι, τα χέρια,
ζωγραφίζανε το πρόσωπο και το βάφανε. Με τους άγριους μενεξέδες που μαζεύανε πλέκανε στεφάνι για την Βάγια. Την φορούσαν σκέπη στο κεφάλι και ένα κόκκινο φόρεμα.
Γυρίζανε από σπίτι σε σπίτι, τη χορεύανε και τραγουδούσαν :
«Βάγια
Βάγια του Βαγιού ,μως την άλλη την Κυριακή,
με
τα κόκκινα τ’ αυγά μισκαφίδας του ψουμί ,
μαρή
λιγνή, μαρή ψηλή, μαρή μαυροματούσα.
Σύ
ντα θα πάς στην εκκλησιά, χίλια στολίδια βάζεις.
Βάζω
τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι μ’ άστρα.
Βάζεις
και τον αδιάγιαρο καθάριο δακτυλίδι.»
Συνεχίζανε με ευχές για τον κανακάρη ή την κανακάρα.
«Η
μάνα πού χει τον υιό, τον μικροκανακάρη,
τον
έλουζε, τον χτένιζε και στο σχολειό τον στέλνει
και
δάσκαλος τον μάθαινε με μια χρυσή βεργίτσα.
Που
είναι καλέμ’ τα γράμματα σ’, που είναι καλέμ’ ο νους σου;
Τα
γράμματα είναι στο χαρτί και ο νους μου πέρα βρέχει,
πέρα
στα πέρα αντίπερα πέρα στις μαυρομάτες.»
ΕΡΓΑΣΙΕΣ
ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΚΟΥΛΙΑ
![]() |
| Μεταξωτό κέντημα Ορτακίου |
Αυτά αφού ωρίμαζαν, ανέβαιναν πάνω στα κλαδιά και
πλέκανε το κουκούλι. Όταν ολοκληρώνονταν
τα κουκούλια, ξεκινούσαν το μάζεμα. Μαζεύανε πρώτα τα κουκούλια από τα
κλαδιά, μετά από τις βέργες και τα καθαρίζανε από τη σκέπη. Όταν τελείωναν όλα,
τα έβαζαν σε ταψιά. Όταν άναβαν το φούρνο να ψήσουν το ψωμί τα βάζανε στο ζεστό
φούρνο να ψοφήσει μέσα το σκουλήκι, Τα βάζανε στα σακιά και ήταν έτοιμα για τον
έμπορα. Τη σκέπη που καθαρίζανε, τη βάζανε σε κάτι λανάρια που είχανε για να
αφρατέψει.
ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ
Όταν είχε ανομβρία, έβαζαν ένα ορφανό κορίτσι μπροστά
και από πίσω ακολουθούσε μια παρέα
κοριτσιών. Περπατούσαν, τραγουδούσαν και παρακαλούσαν να’ρθει η βροχή. Δύο
κοπέλες είχαν ένα μπακίρι με νερό και μέσα ένα δεμάτι με χόρτα. Βρέχανε την
κοπέλα τραγουδώντας :
«Παπαρούνα
περπατούσε, το θεό παρακαλούσε.
Βρέξε
θεέ μου μια βροχή, να βραχούν κι οι τσομπανιοί»
Γιορτάζονταν στις 15 Μαΐου του Αγίου Αχιλλείου. Την ημέρα αυτήν δεν πλένανε και δεν πήγαιναν
στο χωράφι για να μην ρίξει χαλάζι.
ΠΡΟΞΕΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΑΜΟΣ
Όταν μεγάλωναν τα παιδιά, οι γονείς αρχίζανε να
συζητάνε μεταξύ τους για τη νύφη ή τον γαμπρό που θα τους διάλεγαν. Βλέπανε πού
ταιριάζουν τα παιδιά τους και έστελναν προξενιό
και αφού συμφωνούσαν και από τις δυο πλευρές αλλάζανε σημάδια. Τα
σημάδια ήταν μέσα σε ένα καρέ μια κόκκινη κορδέλα με ένα φλουρί ή μια λίρα, λίγο
ρύζι για να ριζώσουν και καραμέλες για να γλυκάνουν. Αφού αλλάζανε τα σημάδια,
η νύφη ασπαζόταν με σεβασμό τους μεγαλύτερους και αυτοί με τη σειρά τους την
κερνούσαν χρήματα για τα προικιά τους. Το πρώτο κέρασμα ήταν νερό που το
κερνούσε η νύφη για να πάρει την ευχή:
«
Όπως τρέχει το νερό έτσι να κυλάει και η ζωή τους».
Όσο
διάστημα ήταν αρραβωνιασμένοι, η πεθερά πήγαινε στη νύφη την ημέρα της Αποκριάς
καραμέλες και χαλβά και η νύφη τα
μοίραζε στους συγγενείς φιλώντας τους το χέρι και αυτοί της δίνανε λεφτά για ν’
αγοράσει τα προικιά της.
Όταν γινόταν ο γάμος, βάζανε σ’ ένα
πανέρι το νυφικό και τα παπούτσια της νύφης, ενώ τα καλλυντικά τα βάζανε μέσα σ’ ένα
τραπεζομάντηλο ψηφωτό με δαντέλα. Με τα όργανα και χορεύοντας τα πηγαίνανε στο
σπίτι της νύφης. Στην αυλή τα χορεύανε και πάλι με συμμετοχή και διασκέδαση από
όλους τους καλεσμένους.
Τα
κόκκινα
Αφού
περνούσαν μέσα στο σπίτι τους κερνούσαν , βλέπανε τα δώρα της νύφης ορισμένοι
έκαναν τις πλάκες τους. Κρύβανε το ένα παπούτσι και λέγανε ‘ μ΄ ένα παπούτσι θα
περπατάει η νύφη’ και διάφορα άλλα για να σπάνε πλάκες. Όλα αυτά γινόταν την
Πέμπτη ,ο γάμος άρχιζε από την Πέμπτη και τελείωνε την Δευτέρα. Την ημέρα του
γάμου μαζεύονταν οι συγγενείς και ο παράγαμπρος (μπράτιμος) και πηγαίνανε στον
κουμπάρο με τα όργανα χορεύοντας. Βγαίνανε και οι κουμπάροι χορεύοντας και τους
προϋπαντούσαν, η κουμπάρα τους έβαζε στο πέτο ένα φύλλο από αμάραντο κεντημένο
με χρυσό. Μ’ αυτό τον τρόπο παίρνανε το γαμπρό και τη νύφη από το σπίτι
φωνάζοντας ‘Γιούχου’ . Ο γαμπρός όταν έβγαινε από το σπίτι καθόταν σε μια
καρέκλα και πάνω από το κεφάλι του σπάζανε μια κουλούρα ψωμί. Στο σπίτι της
νύφης η κουμπάρα και κοπέλες την ντύνανε κάνοντας έθιμα και τραγουδώντας. Όταν
τους βγάζανε έξω στην πόρτα σπάζανε και σ’αυτήν το ψωμί πάνω από το κεφάλι της
σ’ ένα δίσκο και το μοίραζαν. Μετά γυρνούσαν την καρέκλα στο δρόμο προς την
πόρτα του σπιτιού δίνανε στη νύφη ένα ποτήρι με νερό και επάνω ένα μήλο.
Κρατούσαν έναν καθρέπτη μπροστά της να βλέπει πότε θάρθει ο γαμπρός. Όταν
έβλεπε το γαμπρό νάρχεται πίσω το μήλο, όποια κοπέλα το έπιανε λέγανε ότι θα
παντρευτεί γρήγορα. Μετά μπαίνανε μέσα δώριζαν η νύφη και ο γαμπρός δώρα στα
πεθερικά και στους συγγενείς και πηγαίνανε στην εκκλησία. Μετά συνεχιζόταν το
γλέντι ως τη Δευτέρα το βράδυ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
Η γιαγιά του Ναζίρη Γεωργίου απο τη Σιταριά, πρόσφυγας μεγάλης ηλικίας που γεννήθηκε στις αρχές του 20 ου αιώνα , αφηγείται τα γε...
-
Θράκη , Έβρος , ΕΡΤ 1977 - Μεταξάδες χορός Καρσιλαμάς ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ Αν Ρωμυλία ΚΑΛΑΝΤΑ ΜΠΑΝΑ Μ.ΜΟΝΑ...
-
Αναδημοσίευση απο το https://ilovethrace.wordpress.com Posted on 03/07/2014 by Χλόη Σκηνές προσφύγων στὴν Ἀνατολικὴ Θ...
-
Παραμονές Χριστουγέννων 1983-4 !!!! — με ΓΙΑΤΣΙΔΟΥ Τασούλα , ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΥΔΗ Σοφούλα , Panos Giatsidis , Χρήστος Αποστολου , Charis...
-
ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΜΑΚΩΝ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ ΤΟΥ ΙΘ΄ ΑΙΩΝΑ Η ιστορία των εξεγέρσεων στη Θράκη, είναι εν πολλοίς αδιερεύνητη ιστορικά. Έ...
-
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΥ ΜΟΙΡΑΣΤΗΚΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΣΠΑΝΙΕΣ ΑΥΤΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ. ΧΑΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΤΟΥΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΜΗΛΙΩΤΕΣ ΠΟΥ ...
-
Για τον αναγνώστη της σελίδας Αυτό το blog θα μπορούσε να γίνει ποιο δημιουργικό, και ένα μέσο επικοινωνίας ανάμεσα μας αν στέλνατε σχ...
-
Ο Γεώργιος Σταθάτος απόστρατος αξιωματικός, στο βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Ο Γεώργιος Σταθάτος με καταγωγή από το χωριό Κόμαρα Ορεστ...
-
Τα σπίτια του χωριού Όλα τα κτίρια στη Μηλιά κατασκευαζόταν από υλικά που εύκολα μπορούσε να βρει κάποιος στην περιοχή. Η πέτρα, το...
-
ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΠΑΡΑ ΚΑΙ ΓΥΑΛΙΑ Η Μπάρα και η Γυαλιά ήταν δύο από τα παλιά χωριά του Τριγώνου, που σήμερα δεν υπάρχουν. Τα άλλα γηγενή, ...
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Η λίστα ιστολογίων μου
-
-
Ω ΠΤΩΧΕΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΣ! Ω ΠΤΩΧΕΥΜΕΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ!Πριν από 7 χρόνια
-
-
-
η παρέα μεγαλώνειΠριν από 14 χρόνια









































